ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ «ΔΩΡΟ» ΤΟΥ ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗ ΣΤΗ ΝΔ ΚΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ-ΜΑΡΙΝΑΚΗ

Χρήστος Τσάκος, φοιτητής Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής


Η διαδικασία ψήφισης της πρότασης δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης ολοκληρώθηκε αργά το βράδυ της Πέμπτης, με το αποτέλεσμα να είναι το αναμενόμενο. Η κυβερνητική πλειοψηφία των 158 βουλευτών, συν του ανεξάρτητου πλέον βουλευτή Χ. Κατσιβαρδά, απέρριψε την πρόταση μομφής, ενώ 141 βουλευτές σύσσωμης της αντιπολίτευσης την υπερψήφισαν.

Στη τριήμερη αυτή συνεδρίαση της Ολομέλειας, υπήρξαν εντονότατες κόντρες, αλλά έγιναν και πολλές αποκαλύψεις, που οδήγησαν ακόμα και σε παραιτήσεις. Οι χαμένοι της υπόθεσης; Σχεδόν όλοι, πλην ολίγων εξαιρέσεων. Αλλά, ας το πάρουμε από την αρχή. 

Πως φτάσαμε στον πόλεμο Μητσοτάκη-Μαρινάκη;

Από το 2019 έως και σήμερα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη λάμβανε άφθονη στήριξη από τη συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών ΜΜΕ, με πρώτα και καλύτερα αυτά του Β. Μαρινάκη. Είναι γνώστη σχεδόν σε όλους η χρόνια φιλία Μητσοτάκηδων-Μαρινάκηδων, από τότε που ο πατέρας του πανίσχυρου εφοπλιστή ήταν όχι απλά στέλεχος και βουλευτής της ΝΔ, αλλά κυρίως καλός φίλος του πατρός Μητσοτάκη, με τον οποίον συνήθιζε αρκετά συχνά να πίνει καφέ. Στο πέρασμα των χρόνων, η φιλία μεταξύ των δύο οικογενειών έμοιαζε άρρηκτη, παρά τη δημόσια δήλωση του Κυρ. Μητσοτάκη πως δεν έχει καμία προσωπική σχέση με τον κ. Μαρινάκη, κάτι φυσικά που η ίδια η πραγματικότητα διαψεύδει. Λίγο καιρό μετά η Ντόρα Μπακογιάννη, αδερφή του σημερινού πρωθυπουργού, αναφερόμενη από το βήμα της Βουλής στην ιδιαίτερη σχέση της με τον Βαγγ. Μαρινάκη, δήλωσε πως «με έχει παντρέψει ο Μαρινάκης και έχω βαφτίσει τον γιο του», αδειάζοντας ουσιαστικά τον ίδιο της τον αδερφό. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός πως ο Β. Μαρινάκης υπήρξε δημοτικός σύμβουλος στον Πειραιά για περίπου τρία χρόνια (2014-17) με τον συνδυασμό του Γιάννη Μώραλη, αντιπροέδρου της ΠΑΕ Ολυμπιακού και εκλεκτού της ΝΔ στον Δήμο Πειραιώς. 

Η ΝΔ και προσωπικά ο Κ. Μητσοτάκης οφείλουν τη νίκη τους στις εκλογές τόσο του 2019, όσο και του 2023, στην αμέτρητη στήριξη που τους δόθηκε από τους μεγαλοεπιχειρηματίες Γ. Αλαφούζο και Β. Μαρινάκη. Οι σχέσεις Αλαφούζου-Μητσοτάκη παραμένουν άριστες, ίσως καλύτερες από ποτέ. Δε μπορούμε φυσικά να πούμε το ίδιο και για τις σχέσεις του πρωθυπουργού με τον κ. Μαρινάκη. Ήδη από το 2022, με αφορμή το σκάνδαλο των υποκλοπών και την παρακολούθηση του εφοπλιστή, οι σχέσεις Μητσοτάκη-Μαρινάκη κρέμονταν από μια κλωστή, ώσπου φτάσαμε στις 7 Δεκεμβρίου του 2023, όταν ο αστυνομικός Γ. Λυγγερίδης τραυματίστηκε θανάσιμα έπειτα από οπαδικά επεισόδια. Ακολούθησαν τα σκληρά και ακατανόητα μέτρα της κυβέρνησης σχετικά με τα γήπεδα, κάτι που προκάλεσε την οργή του Β. Μαρινάκη και την άνευ προηγουμένου επίθεση του σταθμού Mega στην κυβέρνηση. 

Ο κ. Μαρινάκης, παρά τη φιλία δεκαετιών που έχει με την οικογένεια Μητσοτάκη, είναι πρώτα επιχειρηματίας και έπειτα φίλος των Μητσοτάκηδων. Στήριζε δίχως φραγμούς τη κυβέρνηση όσο αυτή εξυπηρετούσε πιστά τα συμφέροντα του. Όμως, ο Κ. Μητσοτάκης είναι γνωστός για την αλαζονεία και την υπεροψία του. Όταν κατάλαβε πως δε χρειάζεται πια τον Β. Μαρινάκη (έτσι νόμιζε τουλάχιστον), αφού τον στήριζαν άλλα εφοπλιστικά και επιχειρηματικά κέντρα, σταμάτησε να ακολουθεί τις εντολές του. Εκεί ήταν που ξεχείλισε το ποτήρι για τον εφοπλιστή, ο οποίος οργισμένος, μέσω του δημοσιεύματος για τη «μονταζιέρα» στα Τέμπη, κήρυξε και επίσημα τον πόλεμο στην κυβέρνηση της ΝΔ. Θαρρώ να πω πως δεν έχουμε δει τίποτα ακόμα και πως ο πρωθυπουργός θα πληρώσει ακριβά την αχαριστία προς τον μέχρι πρότινος «ευεργέτη» του. Ενδεικτική είναι η προ λίγων ημερών ανάρτηση του Αντώνη Καρακούση, υψηλόβαθμου στέλεχους του ομίλου Μαρινάκη, ο οποίος ανέφερε: «Οι πανομοιότυπες δηλώσεις υπουργών κατά οικονομικών συμφερόντων, που υποτίθεται θέλουν να ρίξουν την κυβέρνηση, προκαλούν τους πάντες. Αχάριστοι και αμετροεπείς, χωρίς αίσθηση του μέτρου. Επί πέντε χρόνια απόλαυσαν πρωτοφανή υποστήριξη και προβολή, και στην πρώτη κριτική εξεγέρθηκαν».

Η θυσία των δύο υπουργών, Μπρατάκου και Παπασταύρου

Με την δημοσίευση του άρθρου του Βήματος για την «μονταζιέρα» στα Τέμπη, η κυβέρνηση και προσωπικά ο Μητσοτάκης βρέθηκε πανικόβλητος και σε πάρα πολύ δύσκολη θέση, αφού από τη μια είχε να αντιμετωπίσει την οργή της κοινωνίας και τα πυρά της αντιπολίτευσης, και από την άλλη την συντονισμένη επίθεση από τον όμιλο Μαρινάκη. Έτσι, αποφάσισε να στείλει τους δύο στενότατους συνεργάτες του, Γ. Μπρατάκο και Σ. Παπασταύρου, στην οικία του Β. Μαρινάκη, με τον οποίον διατηρούν φιλικές σχέσεις, ώστε να προσπαθήσουν να διαπραγματευτούν «ανακωχή» μαζί του. Εν τέλει, όχι απλά δεν υπήρξε ανακωχή, αλλά περαιτέρω όξυνση της σύγκρουσης. Λίγες μονάχα ώρες μετά, η συνάντηση διέρρευσε στα ΜΜΕ, με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να απαντάει πως επρόκειτο για συνάντηση σε κοινωνικό αποκλειστικά επίπεδο. Η κυβέρνηση πολύ γρήγορα βρέθηκε να αντιφάσκει, αφού η συνάντηση δύο κορυφαίων υπουργών με τον κ. Μαρινάκη δεν συνάδει με το αφήγημα του κ. Μητσοτάκη πως δήθεν μάχεται τη διαπλοκή, τους νταβατζήδες και συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα, τα οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, διεκδικούν ακόμα και τη πτώση της εκλεγμένης κυβέρνησης, φωτογραφίζοντας ουσιαστικά τον Β. Μαρινάκη. Ο πρωθυπουργός μάλιστα, δίχως καμία ντρόπη, δήλωσε στη Βουλή πως: «Δεν θα συγκυβερνήσω με κανένα παράκεντρο».  Η δήλωση του αυτή είναι το λιγότερο ειρωνική και εριστική, αφού πέντε χρόνια τώρα αυτό κάνει. Συνεπώς, για να σώσει πρωτίστως την εικόνα του και το αφήγημα πως δήθεν μάχεται τα οικονομικά συμφέροντα που αποσκοπούν στο να αποσταθεροποιήσουν τη χώρα, ο πρωθυπουργός δεν δίστασε να «θυσιάσει» τους δύο στενούς του συνεργάτες, καρατομώντας τους από τη κυβέρνηση. Εντύπωσε προκάλεσε πάντως το γεγονός πως την ώρα που ο Κ. Μητσοτάκης κήρυττε τον πόλεμο στον Β. Μαρινάκη από το βήμα της Βουλής, ενώ σύσσωμη η Κ.Ο. της ΝΔ τον χειροκρότησε, η Ν. Μπακογιάννη ήταν η μόνη που δεν το έκανε. Τυχαίο; Νομίζω καθόλου.

Το μεγάλο πολιτικό λάθος του Ν. Ανδρουλάκη

Η κεντροαριστερά το τελευταίο διάστημα έχει υποστεί τεράστια φθορά. Μετά την πρωτοφανή κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ στις διπλές εθνικές εκλογές, το ΠΑΣΟΚ φαίνεται να έχει πιάσει ταβάνι, αφού αδυνατεί να καρπωθεί την πτώση του ΣΥΡΙΖΑ και τη δυσαρέσκεια του κόσμου απέναντι στη κυβέρνηση. Έτσι, όταν ξέσπασε ο σάλος για τη «μονταζιέρα», ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ θεώρησε πως αν καταθέσει πρόταση δυσπιστίας και κάνει ενωτικό κάλεσμα στις υπόλοιπες αριστερές δυνάμεις να συνυπογράψουν, θα φανεί στα μάτια του κόσμου πως «παίρνει στις πλάτες του» το βάρος του αγώνα για τα Τέμπη. Δυστυχώς, ο κ. Ανδρουλάκης απεδείχθη για άλλη μια φορά πολύ λίγος, αφού από αυτό το «επικοινωνιακό πυροτέχνημα» δεν φαίνεται εν τέλει να κατόρθωσε να επωφεληθεί, καθώς το ενδιαφέρον του κόσμου μονοπώλησαν, και δικαίως, ο Κ. Βελόπουλος και η Ζ. Κωνσταντοπούλου, ενώ κατόρθωσε να συσπειρώσει τη τραυματισμένη ΝΔ σε μια πολύ δύσκολη συγκυρία για την ίδια. Εξάλλου, το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ήταν προδιαγεγραμμένο, αφού δεν υπήρχε περίπτωση κάποιος βουλευτής της συμπολίτευσης να μη στηρίξει τη κυβέρνηση. Αν ο κ. Ανδρουλάκης ήθελε πράγματι να ρίξει τη κυβέρνηση, θα είχε συνταχθεί με τη πρόταση της Ελληνικής Λύσης για πρόταση δυσπιστίας αναφορικά με τον γάμο των ομοφυλοφίλων ενάμιση μήνα νωρίτερα, όπου 51 βουλευτές της ΝΔ απείχαν ή καταψήφισαν το κυβερνητικό νομοσχέδιο. Αντιθέτως, ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ προτίμησε τη ψήφιση ενός νομοσχεδίου από την πιθανή πτώση της κυβέρνησης, παρά το γεγονός ότι το 1/3 της Κ.Ο. του ΠΑΣΟΚ απείχε από τη ψηφοφορία. Συνεπώς, η πρόταση δυσπιστίας κατατέθηκε καθαρά για επικοινωνιακές σκοπιμότητες, με αποτέλεσμα όχι μόνο τη συσπείρωση της κυβερνώσας παράταξης, αλλά το «απαγορευτικό» κατάθεσης πρότασης μομφής για το επόμενο εξάμηνο, όπου η κυβέρνηση σκέφτεται να φέρει τα μνημόνια συνεργασίας με τα Σκόπια και μια σειρά αντεθνικών νομοσχεδίων. 

Comments
* The email will not be published on the website.